Μέγαρο Μελά

Μέγαρο Μελά οδός Αιόλου 93 & Κρατίνου 1

Το 1873 ο Βασίλειος Μελάς αγόρασε τρία οικόπεδα έκτασης περίπου 1.600 τετραγωνικών μέτρων και ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ τη μελέτη οικοδόμησης διώροφου μεγάρου με υπόγειο. Πρόκειται για το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Αιόλου, Σοφοκλέους, Στρέιτ και Κρατίνου, στη νοτιοανατολική γωνία της τότε πλατείας Λουδοβίκου Α΄, σημερινής πλατείας Δημαρχείου / Κοτζιά.

Επρόκειτο για το μεγαλύτερο ιδιωτικό κτήριο της Αθήνας, η οποία αριθμούσε τότε περί τους 50.000 κατοίκους. Η ανέγερση του κτιρίου κόστισε το ποσό του 1.000.000 δραχμών, όταν ο προϋπολογισμός του κράτους ανερχόταν στα 33.000.000 δραχμές. Όπως παρατηρεί ο αρχιτέκτονας Διονύσιος Βλαχόπουλος, «οι πολυεδρικές επιφάνειες των προσόψεων, η έγχρωμη και γλυπτή διακόσμηση, τα τοξωτά ή ευθύγραμμα γωνιαία θυρώματα, τα θωράκια, οι επιστέψεις και οι ευθύγραμμες κορνίζες, είναι όλα στοιχεία που επιλεκτικά χρησιμοποιεί ο Ziller». Πρώιμο και αντιπροσωπευτικό έργο του Τσίλλερ, το Μέγαρο Μελά συντελεί στο να διατηρείται, μαζί με το Δημαρχείο και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ο αρχικός χαρακτήρας της πλατείας Λουδοβίκου.

Τη δεκαετία του 1880, τα καταστήματα του ισογείου και τα διαμερίσματα των δύο ορόφων της Μεγάλης Οικίας Μελά ενοικιάζονται σε επαγγελματίες.

Στο Μέγαρο στεγάστηκε για ένα μικρό διάστημα (1881) το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και αργότερα η Αθηναϊκή Λέσχη (1888-1894). Συγχρόνως αναφέρεται και η χρήση του για εκθέσεις καλλιτεχνών της εποχής. Το 1897 προκαλούνται από πυρκαγιά σοβαρές καταστροφές στο μέγαρο, η επισκευή του οποίου ολοκληρώθηκε το 1899 από τον μηχανικό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Αναφέρεται επίσης και επιθυμία του κράτους να τροποποιηθεί το κτίριο ώστε να χρησιμοποιηθεί ως δικαστικό μέγαρο, η οποία και δεν πραγματοποιήθηκε. Το κτήριο μισθώθηκε τελικά στις αρχές του 1900 από το Υπουργείο Συγκοινωνιών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Ταχυδρομικό, Τηλεγραφικό και Τηλεφωνικό Μέγαρο και παρέμεινε το Κεντρικό Ταχυδρομείο των Αθηνών μέχρι το το 1973.

Το Μέγαρο Μελά θα ακολουθήσει την ιστορία της δεκαετίας του 1940: όσο διαρκεί ο πόλεμος, θα εγκατασταθούν εκεί η Υπηρεσία Λογοκρισίας, διάφορες στρατιωτικές υπηρεσίες και η Αγγλική Υπηρεσία Διαβιβάσεων, ενώ στην Κατοχή το κτίριο θα επιταχθεί για να εγκατασταθούν γερμανικές υπηρεσίες. Τέλος, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου στο Μέγαρο ήταν στρατωνισμένη αγγλική φρουρά.

Το κτίριο κηρύχθηκε το 1974 διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού και το 1977 μισθώθηκε από τη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ανέλαβε, σε συνεργασία με το Ίδρυμα, την αποκατάσταση στην αρχική του μορφή, με μετάπλαση του τρίτου ορόφου (που είχε προστεθεί τα έτη 1909 και 1932) βάσει μελέτης του αρχιτέκτονα Διονύση Βλαχόπουλου. Στο κτίριο, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν τον Ιανουάριο του 1989, λειτουργούν διάφορες υπηρεσίες της Εθνικής Τράπεζας, ενώ πραγματοποιούνται σ' αυτό, έκτος από συναλλαγές, οι δημόσιες σχέσεις της τράπεζας, όπως επίσης και εκδηλώσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος.